«Μεσαίωνας» vs «Βυζάντιο»

Οι χρόνοι έναρξης και λήξης θα τηρηθούν !

Αφορμή για την αναφορά που ακολουθεί απετέλεσε η διημερίδα που διοργάνωσε στις 8-9 Φεβρουαρίου 2007 το 1ο ΠΕΚ Θεσσαλονίκης με τίτλο «Η ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ ΑΛΛΟΤΕ ΚΑΙ ΤΩΡΑ - ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΣΤΗ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ».

«Μεσαίωνας» ονομάστηκε η χρονική περίοδος του δυτικού πολιτισμού μεταξύ των δύο κορυφώσεων: της λατινικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και του διαφωτισμού. Η οριοθέτηση έγινε στη δύση την εποχή του ουμανισμού και έλαβε εξ αρχής αρνητική χροιά (σκοτεινοί αιώνες, οπισθοδρόμηση, ανελευθερία του ατόμου) μέσα στο πλαίσιο ευφορίας του δυτικού διανοητή/ιστορικού. Το πλαίσιο αυτό διαμόρφωσε και τις σχετικές υπερβολές αντιλήψεων (υποτίμησης για το φεουδαρχικό μεσαίωνα, υπερτίμησης για τις μοναρχίες και τις αστικές επαναστάσεις) κάτι που σήμερα, ως ένα σημείο, έχει εξισορροπηθεί.

«Βυζάντιο» ονομάστηκε η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία με κυριαρχούσα πολιτισμική διάσταση την ελληνική. Αφορά στην ίδια χρονική περίοδο, διατυπώθηκε επίσης από δυτικούς της αναγέννησης, περιέγραφε αντίστοιχα αρνητικά στοιχεία και υιοθετήθηκε ως διάκριση της ελληνικής από τη λατινική ρωμαϊκή περίοδο.

Η θεμελίωση του πρώτου ελληνικού κράτους (τυπικά πριν από 177 χρόνια), έγινε πάνω στην κυριαρχούσα αντίληψη του ελληνικού πολιτισμικού κληροδοτήματος απ’ ευθείας από την αρχαία Ελλάδα, χωρίς την Κωνσταντινούπολη ως ενδιάμεσο σταθμό. Σε ορισμένες περιπτώσεις υποστηρίχθηκε και η άποψη της ενδιάμεσης υποδούλωσης των Ελλήνων (Ρωμαίοι-Βυζαντινοί-Τούρκοι)[1]. Η άμεση σύνδεση του ελληνικού κράτους με τον Παρθενώνα, τη στιγμή που η Αγια Σοφιά προβαλλόταν κυκλωμένη από νέφη και ερωτηματικά αποτελεί ένα γεγονός που ταλανίζει ως σήμερα τον ελληνισμό (βλ και σημερινές απόψεις του ΥΠΠΟ, ακόμα και για το γεγονός ότι ο χριστιανικός ελληνισμός δεν διαθέτει πολιτισμικό "προϊόν κατάλληλο προς πώληση). Η προβληθείσα ασυνέχειά του, ανεξάρτητα από το πόσο υπήρξε εξωτερική (ως τάση κατευθυνόμενη[2]) και πόσο εσωτερική, (ως επικρατήσασα άποψη), έχει αφήσει βαθιά ίχνη στη νεοελληνική κυριαρχούσα αίσθηση μειονεξίας, στον στείρο μιμητισμό δομών & επιτευγμάτων της δύσης, στη δογματική αντικατάσταση ελληνικών ηθών από γαλλο-γερμανικά και αγγλοσαξωνικά αντίστοιχα. Οι Έλληνες πρόθυμα υιοθέτησαν τον όρο «Βυζαντινή Αυτοκρατορία», παραλείποντας συχνά ότι ουδέποτε υπήρξε αυτοκράτορας που εστέφθη με τον τίτλο αυτόν. Με την ίδια ευκολία, χωρίς τις απαραίτητες διευκρινήσεις και από ανάγκη εξύψωσης στο επίπεδο της δύσης, χρησιμοποίησαν και τον όρο «Μεσαίωνας», διαχέοντας την εντύπωση των ενδιάμεσων χρόνων και τελικά, ταυτίζοντας την ιστορική τους διαδρομή με των λατινικών και γερμανικών λαών.

Συνεχίζεται σήμερα σε επίπεδο ιστορικής αποτίμησης η αντιζηλία / διαμάχη Ρώμης-Κωνσταντινούπολης, Φράγκων-Βυζαντινών[3]; Συνεχίζει να υφίσταται ως σήμερα (και εν μέσω παγκοσμιοποίησης) η διεκδίκηση του ρωμαϊκού τίτλου - οικουμενικού ευσήμου του ευρωπαϊκού πολιτισμού[4]; Και ενώ το τελευταίο ερώτημα (ίσως και άστοχο από ένα σημείο και ύστερα) παραμένει μετέωρο, καθώς δεν διαφαίνεται διάθεση έρευνας και καταγραφής της ιστορίας μας σε κεντρικό κρατικό επίπεδο με άξονα τον πολιτισμό, το ΥπΕΠΘ και το Π.Ι. με ένα πλήθος επιστημόνων, δασκάλων, ιστορικών, έρχεται να δώσει λύση-πρόταση (;) σε τόνους χαμηλούς:

Ο  κ Νικ. Μερούσης στην εισήγησή του με τίτλο «Η Βυζαντινή Ιστορία από τις πηγές. Στρατηγικές διδασκαλίας (εγχειρίδια Β΄ Γυμνασίου και Β΄ Λυκείου)» παρουσίασε σε διαφάνεια τα εξώφυλλα των βιβλίων Ιστορίας της Β΄ Γυμνασίου και της Β΄ Λυκείου. Τα προσωπικά μου ερωτήματα συνοψίζονται στα εξής:

1.      Σε ποιο σημείο του τίτλου κάθε βιβλίου θεμελιώνεται ως πρόθεση η διαπραγμάτευση της «Βυζαντινής» ιστορίας;

2.      Αποτελεί το «Βυζάντιο» ένα τμήμα της «Μεσαιωνικής» ιστορίας;

3.      Αποτελεί λεπτομέρεια το ζήτημα συνέπειας τίτλου-περιεχομένου ενός επιστημονικού εγχειριδίου (και μάλιστα διδακτικού για το σύνολο της β/θμιας παιδείας);

Ας σημειωθεί ότι τα δύο βιβλία, που προέρχονται από την ίδια συγγραφική ομάδα, διαφοροποιούνται ελαφρώς ως προς την κατάταξη του Βυζαντίου: Στην Iστορία της Β΄ Γυμνασίου το «Βυζάντιο», εντάσσεται στο «Μεσαίωνα» σε επίπεδο υποκεφαλαίου. Η Iστορία της Β΄ Λυκείου κατατάσσει με μεγαλύτερη έμφαση το Βυζάντιο στο «Μεσαίωνα». Και στις δύο περιπτώσεις, ο όρος «μεσαίωνας» δεσπόζει στην πολιτισμική ανάλυση, ενώ στη Β΄ Γυμνασίου εμφανίζεται και η «Μεσαιωνική Ελληνική Βυζαντινή Αυτοκρατορία». Πόση αξία μπορεί να έχει αυτή η παρατήρηση; Από μόνη της, όχι μεγάλη. Αν όμως προσέξουμε όσα έχουμε συνηθίσει να παραμελούμε, τότε κάποια πράγματα ξεκαθαρίζουν. Πολύ σύντομα θα πω: ποιο πολιτισμικό στοιχείο είναι εκείνο που χαρακτηρίζει  εντονότερα εποχές, λαούς, κράτη; Αυτό το ξέρουν καλά οι φιλόλογοι, είναι η γλώσσα· και ποια μορφή γλώσσας είναι εκείνη που γίνεται περισσότερο κατανοητή, χωρίς να απαιτείται να τη μάθει κάποιος; Η μουσική. Ποια είναι η σημασία που αποδίδεται στο κεφάλαιο «μουσική» σε βιβλία Ιστορίας, όπως αυτά που προαναφέρθηκαν; Από τελευταία και καταϊδρωμένη (και με πολλά προβλήματα), έως ανύπαρκτη (Β΄ Λυκείου). Εδώ φαίνεται πόσο εμπιστεύεται η κοινωνία μας τη «μουσική» ως ζήτημα σοβαρό για την παιδεία και πόσο ο όρος «μουσική» ταυτιζόμενος με τη διασκέδαση, θεωρείται, χωρίς να ομολογείται «εκ του περισσού». Πέρα από τις ελάχιστες, ή λανθασμένες πληροφορίες που δίνονται στα βιβλία, δεν υπάρχει καμία οδηγία, πρόταση, προτροπή προς βιωματική προσέγγιση της μουσικής (κατ’ ελάχιστο μέσω ακροάσεων, οπτικών παρουσιάσεων). Συνεργάστηκαν άραγε τα μέλη του Π.Ι. με τους Συμβούλους μουσικής στο πλαίσιο των διαθεματικών μεθόδων; Αν κρίνουμε από το επιμορφωτικό υλικό που μας διανεμήθηκε στη διημερίδα, μάλλον όχι, καθώς ο τομέας «μουσική» απουσίαζε πανηγυρικά. Πάλι τελευταία η «μουσική», κι αν περισσέψει χρόνος.. Για να μην επεκταθώ σε άλλα παραδείγματα, θα αναφέρω μόνο το βιβλίο του μαθήματος επιλογής «ο Ευρωπαϊκός Πολιτισμός και ο Ρίζες του» της Α΄ Λυκείου, που εμφανίζει τα ίδια συμπτώματα και φυσικά θα παραπέμψω και πάλι στο τελευταίο τμήμα της εισήγησης του κ. Αντ. Βλέτση (αρχείο ήχου wma). Συμπερασματικά:

Ως μουσικός, υποκύπτω στον πειρασμό να αναρωτηθώ, κατά πόσο σύμφωνα με την «μεσαιωνική» κατάταξη, ο Ιωάννης Κουκουζέλης αποτελεί κεφάλαιο της Γοτθικής μουσικής. Τα επιχειρήματα διαφοροποίησης των πολιτισμών, που απλώς -σύμφωνα με την κοινή λογική- οδηγούν σε διαφοροποίηση των όρων, μπορούμε να τα βρούμε και σε όσους επείγονται να αναδιατάξουν το πολιτισμικό παρόν. Θα παραπέμψω επ’ αυτού τους ειδικότερους (μουσικούς) στην εύστοχη αιτιολόγηση του Πέτρου Πετρίδη  πάνω στο ζήτημα: διαφοροποίηση της δυτικής από την καθ’ ημάς αρμονία[5].

Η παραπάνω άποψη/ερώτηση αφορούσε κατ’ αρχήν τον κ. Νικ. Μερούση, ο οποίος στην εισήγησή του παρουσίασε τα εξώφυλλα των βιβλίων Ιστορίας της Β΄ Γυμνασίου και της Β΄ Λυκείου, με την εξόφθαλμη αντίφαση τίτλων και περιεχομένων, κάτι που υπερβαίνει σε σημασία τη μεθοδολογική «καινοτομία» της εξέτασης των πηγών. Η ερώτηση επρόκειτο να γίνει με τη λήξη των εισηγήσεων, στη διάρκεια της συζήτησης που προβλεπόταν από το πρόγραμμα. Δεν κατατέθηκε, με ευθύνη της κακής οργάνωσης του χρόνου από τον υπεύθυνο κ. Αχιλλέα Καψάλη, Πρόεδρο του 1ου ΠΕΚ Θεσ/νίκης (και την ανοχή του Σχολικού Συμβούλου Φιλολόγων κ. Χρίστου Κυριαζόπουλου) που συρρίκνωσε τον προβλεπόμενο χρόνο των 55΄ σε 5΄. Δυστυχώς, και σ’ αυτή τη συνεύρεση παιδείας, η «μουσική», ανίκανη να επιβεβαιώσει ένα σοβαρά αντιμετωπιζόμενο ζήτημα παιδείας που τεκμηριώνει πολιτισμό, ταυτίστηκε με το «εκ του περισσού»[6]. Η άκομψη επίκληση της «έλλειψης» χρόνου που στέρησε τη δυνατότητα της ζωντανής συζήτησης, δίνει σήμερα την ευκαιρία για μια κατάθεση απόψεων στον διαδικτυακό χώρο, με μεγαλύτερη ανάπτυξη και σαφώς περισσότερους αποδέκτες.

Στέργιος Ζυγούρας

10 Φεβ 2007

Συναφή θέματα

ΙΣΤΟΡΙΑ Στ΄ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ: Μια ετεροχρονισμένη κριτική με φόντο τους θεσμούς - ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2007: Οι νέες -κατά ΥπΕΠΘ- κλίσεις ανώμαλων ουσιαστικών

Κεντρική θεματική σελίδα

 



[1] βλ. Χρ. Γιανναρά: Πολιτιστική Διπλωματία, Ίκαρος, 2001 σ.113

[2] βλ. θεωρίες του Jacob Falmerayer και τέλος του α΄ παγκοσμ. Πολέμου, όπου ο ελληνικός στρατός «αποτρέπεται» από την Κωνσταντινούπολη και «καθοδηγείται» προς τη Σμύρνη

[3] βλ. κυρίως τη στέψη του Καρλομάγνου από τον Πάπα της Ρώμης το 800, ως Αυτοκράτορα των Ρωμαίων.

[4] βλ. και την αντίστοιχη γερμανική διεκδίκηση της Αγ. Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του 19ου-20ου αιώνα  (2ο reich= 2η αυτοκρατορία, Keizer=Καίσαρ).

[5] Σπεύδοντας στις αρχές του 20ου αιώνα να εντάξει την «μεσαιωνική» μας μουσική στην ανεπτυγμένη Δύση, ο Πετρίδης εντοπίζει τη διαφοροποίηση της μιας από την άλλη παράδοση, υπονοώντας ότι η απουσία πολυφωνίας στο ελληνορθόδοξο εκκλησιαστικό μέλος οφείλεται στην αδυναμία (σύγκρουση) των συγχορδιακών διαστημάτων να το στηρίξουν, γι’ αυτό και προτείνει την αλλαγή του. Έμμεσα ο Πετρίδης παραδέχεται ότι η δυτική πολυφωνία διαμορφώθηκε με άξονα τα διαφορετικά, σε σχέση με τα «βυζαντινά», μελωδικά διαστήματα. Η άγνοια των διαστημάτων της ελληνικής μουσικής μπορεί να παραβλεφθεί μπροστά στη σημαντική για την εποχή του παρατήρηση, ότι η ελληνική αρμονία είναι η μελωδική, ενώ η δυτική είναι η συνηχητική.

[6] Αρχείο βίντεο – μορφή avi (divX). Κατεβάστε, το σχετικό codec, αν δεν μπορείτε να δείτε το αρχείο.